| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.982.949 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επισπεύδω |
0,02 sec. |
|
επισπεύδω expedite, accelerate, precipitate, speed, hurry up, speed up επισπεύδω يَستعجِل شيئا أو شخصا, يُسْرِع επισπεύδω pospíšit (si), zrychlit επισπεύδω sætte farten op, skynde (sig) επισπεύδω beeilen (sich), beschleunigen επισπεύδω acelerar, darse prisa επισπεύδω kiirehtiä, nopeuttaa επισπεύδω accélérer, se presser επισπεύδω požuriti, ubrzati επισπεύδω accelerare, sbrigarsi επισπεύδω 急ぐ, 速度を上げる επισπεύδω 서두르다, 속도를 내다 επισπεύδω opschieten, versnellen επισπεύδω øke farten, skynde seg επισπεύδω pośpieszyć się, przyśpieszyć επισπεύδω acelerar επισπεύδω поторапливаться, увеличивать скорость επισπεύδω skynda (sig) på επισπεύδω เร่งให้เร็วขึ้น, เร็วเข้าหน่อย επισπεύδω acele etmek, hızlanmak επισπεύδω nhanh lên, tăng tốc Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|