Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.772.982.949 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

επισπεύδω

0,02 sec.
επισπεύδω pospíšit (si), zrychlit
επισπεύδω sætte farten op, skynde (sig)
επισπεύδω beeilen (sich), beschleunigen
επισπεύδω acelerar, darse prisa
επισπεύδω kiirehtiä, nopeuttaa
επισπεύδω accélérer, se presser
επισπεύδω požuriti, ubrzati
επισπεύδω accelerare, sbrigarsi
επισπεύδω 急ぐ, 速度を上げる
επισπεύδω 서두르다, 속도를 내다
επισπεύδω opschieten, versnellen
επισπεύδω øke farten, skynde seg
επισπεύδω pośpieszyć się, przyśpieszyć
επισπεύδω acelerar
επισπεύδω skynda (sig) på
επισπεύδω เร่งให้เร็วขึ้น, เร็วเข้าหน่อย
επισπεύδω acele etmek, hızlanmak
επισπεύδω nhanh lên, tăng tốc
επισπεύδω 加速, 赶快


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.