| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.618.418 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
επιστήμονας |
0,01 sec. |
|
|
επιστήμονας scientist scientifique عَالِم vědec videnskabsmand Wissenschaftler científico tiedemies znanstvenik scienziato 科学者 과학자 wetenschapper forsker naukowiec cientista ученый forskare นักวิทยาศาสตร์ bilim adamı nhà khoa học 科学家 учен 科學家
ουσ α/θ επιστήμονας [epi'stimonas] που ασχολείται επαγγελματικά με κπ επιστήμη scientifique διακεκριμένος επιστήμονας un scientifique distingué Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|