| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.023.851 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επιστημονικός |
0,01 sec. |
|
επιστημονικός scientifique scientific علميّ vědecký videnskabelig wissenschaftlich científico tieteellinen znanstveni scientifico 科学の 과학적인 wetenschappelijk vitenskapelig naukowy científico научный vetenskaplig ตามหลักวิทยาศาสตร์ bilimsel có tính khoa học 科学的 επίθ α / θ / ουδ επιστημονικός, επιστημονική, επιστημονικό [epistimoni'kos, epistimoni'ci, epistimoni'ko] 1 που έχει σχέση με κπ επιστήμη scientifique επιστημονική θεωρία une théorie scientifique 2 που έχει σχέση με επιστήμονες scientifique επιστημονική επιτροπή un comité scientifique έργο επιστημονικής φαντασίας φανταστική δημιουργία με εξελιγμένα τεχνολογικά μέσα un film de science-fiction επίρρ επιστημονικά [epistimoni'ka] scientifiquement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|