Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.023.851 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

επιστημονικός
(προωθήθηκε από επιστημονικό)

0,01 sec.
επιστημονικός scientifique scientific علميّ vědecký videnskabelig wissenschaftlich científico tieteellinen znanstveni scientifico 科学の 과학적인 wetenschappelijk vitenskapelig naukowy científico научный vetenskaplig ตามหลักวิทยาศาสตร์ bilimsel có tính khoa học 科学的
επίθ α / θ / ουδ επιστημονικός, επιστημονική, επιστημονικό [epistimoni'kos, epistimoni'ci, epistimoni'ko]
1 που έχει σχέση με κπ επιστήμη scientifique
επιστημονική θεωρία une théorie scientifique
2 που έχει σχέση με επιστήμονες scientifique
επιστημονική επιτροπή un comité scientifique
έργο επιστημονικής φαντασίας
φανταστική δημιουργία με εξελιγμένα τεχνολογικά μέσα un film de science-fiction
επίρρ επιστημονικά [epistimoni'ka] scientifiquement


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.