| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.536.883 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επιτάχυνση |
0,09 sec. |
|
επιτάχυνση acceleration accélération acceleraţie تسريع zrychlení acceleration Beschleunigung aceleración kiihtyvyys ubrzanje accelerazione 加速 가속 versnelling akselerasjon przyspieszenie aceleração ускорение acceleration การเพิ่มความเร็ว hızlanma sự tăng tốc 加速 ουσ θ επιτάχυνση [epi'taçinsi] αύξηση ταχύτητας accélération επικίνδυνη επιτάχυνση une accélération dangereuse Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|