Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.772.981.672 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

επιτίθεμαι

0,01 sec.
επιτίθεμαι angreifen attack, assai, assault attaquer يهاجم zaútočit angribe atacar hyökätä napasti attaccare 攻撃する ...을 공격하다 aanvallen angripe zaatakować atacar атаковать angripa โจมตี saldırmak tấn công 进攻
ρ μεσοπαθ επιτίθεμαι [epi'tiθeme]
1 ρίχνομαι σε κπ με βία attaqueragresser
επιτίθεμαι στον εχθρό attaquer l'ennemi
Μου επιτέθηκαν στο δρόμο. On m'a agressé dans la rue.
2 εκφράζω την κάθετη αντίθεσή μου attaquer
Μη μου επιτίθεσαι, δεν είπα τίποτα κακό. Ne m'attaque pas, je n'ai rien dit de méchant !


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.