| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.352.815 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επιταχύνω |
0,02 sec. |
|
επιταχύνω accelerate, quicken accélérer يُسْرِع zrychlit accelerere beschleunigen acelerar lisätä vauhtia ubrzati accelerare 加速する 가속하다 versnellen akselerere przyspieszyć acelerar ускорять acccelerera เร่งความเร็ว hızlanmak tăng tốc 加速 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|