Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.772.938.336 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

επιτρέπω

0,02 sec.
επιτρέπω allow, permit, enable permettre, autoriser позволить, позволять يَسمَح dovolit tillade erlauben permitir sallia dopustiti permettere 許す 허락하다 toestaan tillate pozwolić permitir tillåta อนุญาต izin vermek cho phép 允许
ρ μετβ επιτρέπω [epi'trepo]
δίνω την άδεια για να γίνει κτ permettreautoriser
επιτρέπω σε κπ να βγει permettre à qqn de sortir/£££autoriser à qqn à sortir
ρ μεσοπαθ 3rd επιτρέπεται [epi'trepete]
δεν απαγορεύεται il est permis de
δεν επιτρέπεται το κάπνισμα il est interdit de fumer
επιτρέπεται η είσοδος l'entrée est autorisée
ρ μεσοπαθ απρόσ επιτρέπεται δεν απαγορεύεται il est permis de
Δεν επιτρέπεται να μπεις μέσα. Il n'est pas permis d'entrer.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.