| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.662.652 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
επιτρεπτός |
0,01 sec. |
|
|
επιτρεπτός admissible, allowable, permissible permissible zulässig 允许 允許 sallittu מותר 허용 tillåtna
επίθ επιτρεπτός, επιτρεπτή, επιτρεπτό [epitre'ptos, epitre'pti, epitre'pto] που επιτρέπεται permis/-ise Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|