| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.299.951 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επιτυγχάνω |
0,02 sec. |
|
επιτυγχάνω achieve, succeed, accomplish, attain, prosper επιτυγχάνω يُحقِق επιτυγχάνω dosáhnout επιτυγχάνω opnå επιτυγχάνω erreichen επιτυγχάνω lograr επιτυγχάνω saavuttaa επιτυγχάνω postići επιτυγχάνω raggiungere επιτυγχάνω 達成する επιτυγχάνω 달성하다 επιτυγχάνω bereiken επιτυγχάνω oppnå επιτυγχάνω osiągnąć επιτυγχάνω alcançar επιτυγχάνω достигать επιτυγχάνω uppnå επιτυγχάνω ประสบผลสำเร็จ επιτυγχάνω başarmak επιτυγχάνω đạt được επιτυγχάνω 实现 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|