| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.823.659 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επιφανειακός |
0,03 sec. |
|
επιφανειακός superficial سَطحي zběžný overfladisk oberflächlich superficial pinnallinen superficiel površan superficiale 表面的な 피상적인 oppervlakkig overflatisk powierzchowny superficial поверхностный ytlig ผิวเผิน ไม่ลึกซึ้ง ไม่สำคัญ yapay hời hợt 表面的 επίθ α / θ / ουδ επιφανειακός, επιφανειακή, επαφανειακό [epifania'kos, epifania'ci, epifania'ko] 1 που βρίσκεται στην επιφάνεια superficiel/-ielle επιφανειακά στρώματα des couches superficielles 2 που δεν προχωράει στην ουσία superficiel επιφανειακή ανάλυση une analyse superficielle Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|