| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.280.956 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επιφυλακτικότητα |
0,06 sec. |
|
επιφυλακτικότητα reticence réticence ουσ επιφυλακτικότητα [epifilakti'kotita] δισταγμός réserve; précaution Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|