| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.803.036.477 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επιχείρηση |
0,03 sec. |
|
επιχείρηση business, operation, proposition entrepreno entreprise, affaires, opération أعمال تجارية, عملية akce, podnik forretninger, operation Handel, Unternehmen negocio, operación hanke, liiketoiminta posao, postupak attività, operazione ビジネス, 作業 사업, 시행 bedrijf, onderneming bedrift, virksomhet biznes, działanie funcionamento, negócio дело, операция affärer, funktion การดำเนินการ, ธุรกิจ iş, operasyon hoạt động, việc kinh doanh 商业, 实施 ουσ θ επιχείρηση [epi'çirisi] 1 επαγγελματική δραστηριότητα με σκοπό το κέρδος entreprise τουριστική επιχείρηση une entreprise touristique Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|