| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.650.465 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επιχορήγηση |
0,02 sec. |
|
επιχορήγηση subsidy, allowance, grant subvention منحة grant bevilling Zuschuss subvención avustus potpora borsa di studio 助成金 보조금 subsidie pengestøtte stypendium bolsa субсидия anslag เงินทุน fon tiền được cấp 补助金 ουσ θ επιχορήγηση [epixo'riʝisi] επίσημη οικονομική βοήθεια subvention; allocation Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|