| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.679.932 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
επιχορηγώ |
0,02 sec. |
|
|
επιχορηγώ grant, sponsor يَرعَى sponzorovat sponsorere sponsern patrocinar sponsoroida parrainer sponzorirati sponsorizzare 後援者となる 후원하다 sponsoren sponse sponsorować patrocinar спонсировать sponsra อุปถัมภ์ finanse etmek tài trợ 赞助
ρ μετβ επιχορηγώ [epixori'ɣo] προσφέρω χρήματα για πραγματοποίηση σκοπού subventionnersponsoriser Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|