| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.803.468.309 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επουλώνω |
0,06 sec. |
|
επουλώνω heal ρ μετβ επουλώνω [epu'lono] γιατρεύω guérir qqn Ο χρόνος επουλώνει τα τραύματα. Avec le temps les blessures se cicatrisent.Le temps guérit toutes les blessures. ρ μεσοπαθ επουλώνομαι [epu'lonome] (για πληγή) γίνομαι καλά se cicatriser Oι πληγές του επουλώθηκαν. Ses blessures (se) sont cicatrisées. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|