| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.066.131 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επουσιώδης |
0,34 sec. |
|
επουσιώδης immaterial, unimportant غير هام nedůležitý uvigtig unwichtig sin importancia vähäpätöinen futile nevažan trascurabile 重要でない 중요하지 않은 onbelangrijk uviktig nieważny sem importância неважный oviktig ไม่สำคัญ önemsiz tầm thường 不重要的 α/θ επουσιώδης, επουσιώδες [epusi'oðis, epusi'oðes] ασήμαντος médiocre Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|