| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.691.965 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
εποχιακός |
0,01 sec. |
|
|
εποχιακός epochal, seasonal saisonnier موسميّ sezónní sæsonbestemt saisonbedingt de temporada, estacional kausittainen sezonski stagionale 季節の 계절에 따른 seizoens- sesong- sezonowy sazonal сезонный säsong- ตามฤดูกาล mevsimlik theo thời vụ 季节性的 сезонни עונתי
επίθ α / θ / ουδ εποχιακός, εποχιακή, εποχιακό [epoçia'kos, epoçia'ci, epoçia'ko] που αντιστοιχεί σε συγκεκριμένη εποχή de saisonsaisonnier/-ière Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|