| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.809.999.143 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
επόπτης |
0,05 sec. |
|
επόπτης inspector, linesman, overseer, supervisor επόπτης مشرف επόπτης manažer επόπτης tilsynsførende επόπτης Aufseher επόπτης supervisor επόπτης valvoja επόπτης superviseur επόπτης nadglednik επόπτης supervisore επόπτης 監督者 επόπτης 감독자 επόπτης supervisor επόπτης veileder επόπτης nadzorca επόπτης supervisor επόπτης руководитель επόπτης handledare επόπτης หัวหน้างานที่ควบคุมดูแล επόπτης amir επόπτης người giám sát επόπτης 导师 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|