| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.172.144 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ερέθισμα |
0,28 sec. |
|
ερέθισμα stimulus stimulus ουσ ουδ ερέθισμα [e'reθizma] 1 αιτία που προκαλεί διέγερση οργάνου stimulation οπτικό ερέθισμα une stimulation optique 2 κίνητρο incitation ερέθισμα για διάλογο une incitation au dialogue Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|