| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.700.593 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ερέθισμα |
0,02 sec. |
|
|
ερέθισμα stimulus stimulus estímulo Stimulus stimolo stimulus estímulo التحفيز bodziec 刺激 刺激 stimulus גירוי 刺激 자극 Stimulus
ουσ ουδ ερέθισμα [e'reθizma] 1 αιτία που προκαλεί διέγερση οργάνου stimulation οπτικό ερέθισμα une stimulation optique 2 κίνητρο incitation ερέθισμα για διάλογο une incitation au dialogue Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|