| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.702.695 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
εργάσιμος |
0,02 sec. |
|
|
εργάσιμος
επίθ εργάσιμος, εργάσιμη, εργάσιμο [er'ɣasimos, er'ɣasimi, er'ɣasimo] που είναι αφιερωμένος στην εργασία de travailouvrable εργάσιμη μέρα un jour de travail/ouvrable/οuvré Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|