Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.435.044 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

εργασιακός χώρος

0,04 sec.
εργασιακός χώρος مكان العمل
εργασιακός χώρος pracovní prostor
εργασιακός χώρος arbejdszone
εργασιακός χώρος Arbeitsbereich
εργασιακός χώρος workspace
εργασιακός χώρος área de trabajo
εργασιακός χώρος työtila
εργασιακός χώρος espace de travail
εργασιακός χώρος radni prostor
εργασιακός χώρος spazio di lavoro
εργασιακός χώρος 作業スペース
εργασιακός χώρος 작업 공간
εργασιακός χώρος werkruimte
εργασιακός χώρος arbeidsplass
εργασιακός χώρος przestrzeń robocza
εργασιακός χώρος área de trabalho
εργασιακός χώρος рабочая область
εργασιακός χώρος arbetsområde
εργασιακός χώρος ที่ที่คนทำงาน
εργασιακός χώρος çalışma alanı
εργασιακός χώρος không gian làm việc
εργασιακός χώρος 工作区


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.