| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.272.858 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εργαστήριο |
0,02 sec. |
|
εργαστήριο laboratory, workshop, lab laboratorio laboratorio atelier, laboratoire مُختَبَر laboratoř laboratorium Laboratorium laboratorio laboratorija laboratorio 実験室 실험실 laboratorium laboratorium laboratorium laboratório лаборатория laboratorium ห้องทดลองทางวิทยาศาสตร์ laboratuvar phòng thí nghiệm 实验室 ουσ ουδ εργαστήριο [erɣa'stirio] 1 χώρος χειρωνακτικής εργασίας atelier εργαστήριο ραπτικής un atelier de couture 2 χώρος πρακτικής στις θετικές επιστήμες laboratoire χημικό εργαστήριο un laboratoire chimique Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|