| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.572.062 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εργατικός |
0,03 sec. |
|
εργατικός labora, laborema travailleur assiduous, diligent επίθ α / θ / ουδ εργατικός, εργατική, εργατικό [erɣati'kos, erɣati'ci, erɣati'ko] 2 σχετικός με τους εργάτες travailleur/-eusede travailleur εργατική απεργία une grève des travailleurs Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|