| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.714.459 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
εργατικότητα |
0,01 sec. |
|
|
εργατικότητα
ουσ θ εργατικότητα [erɣati'kotita] η ιδιότητα αυτού που εργάζεται πολύ application (au travail) Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|