| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.715.506 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
εργολάβος |
0,01 sec. |
|
|
εργολάβος entrepreneur contractor المقاول imprenditore aannemer изпълнител contratista קבלן 契約者 계약자
ουσ α/θ εργολάβος [erɣo'lavos] που αναλαμβάνει εκτέλεση έργου entrepreneur εργολάβος οικοδομών un entrepreneur Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|