Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.492.111 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

εργοστασιακή μονάδα

0,02 sec.
εργοστασιακή μονάδα مباني وتجهيزات
εργοστασιακή μονάδα továrna
εργοστασιακή μονάδα anlæg
εργοστασιακή μονάδα Anlage
εργοστασιακή μονάδα plant
εργοστασιακή μονάδα maquinaria
εργοστασιακή μονάδα tehdas
εργοστασιακή μονάδα usine
εργοστασιακή μονάδα pogon
εργοστασιακή μονάδα impianto
εργοστασιακή μονάδα 製造工場
εργοστασιακή μονάδα 공장
εργοστασιακή μονάδα fabriek
εργοστασιακή μονάδα anlegg
εργοστασιακή μονάδα fabryka
εργοστασιακή μονάδα fábrica
εργοστασιακή μονάδα завод
εργοστασιακή μονάδα anläggning
εργοστασιακή μονάδα โรงงาน
εργοστασιακή μονάδα tesis
εργοστασιακή μονάδα nhà máy
εργοστασιακή μονάδα 工厂


?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.