| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.853.843 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εργοτάξιο |
0,03 sec. |
|
εργοτάξιο موقع البناء staveniště byggeplads Baustelle building site, construction site obra rakennustyömaa chantier gradilište cantiere 建設現場 건축 부지 bouwterrein byggeplass plac budowy estaleiro, local de obras строительная площадка byggarbetsplats บริเวณที่ก่อสร้าง inşaat alanı công trường 建筑工地 ουσ α εργοτάξιο [erɣo'taksio] χώρος όπου γίνονται οικοδομικά έργα chantier Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|