Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.230.488 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ερείπιο

0,04 sec.
ερείπιο Ruin, Ruine, Wrack ruin, wreck ruine, vestige, épave خراب vrak, zkáza ruin, vrag ruina, ruinas romu, tuho olupina, ruševina rottame, rovina 大破, 荒廃 파손, 폐허 ruïne, wrak ruin, vrak ruina, wrak destroço, ruína катастрофа, крах ruin, vrak ความพินาศ, สิ่งที่ถูกทำลายอย่างเสียหายยับเยิน enkaz, tahribat sự đổ nát, tàu xe bị hỏng 废墟, 残骸
ουσ ουδ ερείπιο [e'ripio]
1 υπόλοιπα από κατεστραμμένο κτίσμα ruine
τα ερείπια ενός σπιτιού les ruines d'une maison
2 για κπ που είναι ψυχικά κουρασμένος ή φθαρμένος ruineépave
Αυτός ο άνθρωπος είναι ερείπιο. Cet homme est une ruine.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρ Όροι χρήσης.