| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.729.773 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ερευνητικός |
0,01 sec. |
|
|
ερευνητικός ricerca Research investigación Forschung onderzoek 研究 研究 Výzkum Forskning Tutkimus מחקר 研究
επίθ α / θ / ουδ ερευνητικός, ερευνητική, ερευνητικό [erevniti'kos, erevniti'ci, erevniti'ko] 1 σχετικός με έρευνα de recherche ερευνητικό κέντρο un centre de recherche 2 με διάθεση να βρει κτ scrutateur/-triceinvestigateur/-trice ερευνητικό βλέμμα un regard scrutateur ερευνητικό πνεύμα un esprit investigateur Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|