| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.286.311 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ερευνώ |
0,06 sec. |
|
ερευνώ investigate, research, delve, inquire, scan, enquire enketi enquêter, demander căuta يَستعَلِم عن zeptat (se) forespørge erkundigen (sich) inquirir tiedustella pitati chiedere 問い合わせる 문의하다 navragen spørre zasięgnąć informacji informar-se осведомляться efterfråga ถามคำถาม araştırmak tìm hiểu 询问 ρ μετβ ερευνώ [erev'no] κάνω έρευνα enquêterfaire des recherches Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|