| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.495.730 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ερημικός |
0,02 sec. |
|
ερημικός secluded επίθ α / θ / ουδ ερημικός, ερημική, ερημικό [erimi'kos, erimi'ci, erimi'ko] απόμερος désertiqueisolé/-ée ερημική παραλία une plage désertique |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|