| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.731.360 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
εριστικός |
0,01 sec. |
|
|
εριστικός belligerent
επίθ εριστικός, εριστική, εριστικό [eristi'kos, eristi'ci, eristi'ko] που έχει διάθεση για καβγά colérique Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|