| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.739.581 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ερμητικός |
0,01 sec. |
|
|
ερμητικός hermétique
επίθ α / θ / ουδ ερμητικός, ερμητική, ερμητικό [ermiti'kos, ermiti'ci, ermiti'ko] αδιαπέραστος, στεγανός hermétique επίρρ ερμητικά [ermiti'ka] αδιαπέραστα, στεγανά hermétiquement ένα κουτί ερμητικά κλεισμένο une boîte hermétiquement ferméeune boîte hermétique Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|