| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.741.782 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ερωτεύομαι |
0,02 sec. |
|
|
ερωτεύομαι sich verlieben, jemandem verfallen fall in love, fall for enamiĝi tomber amoureux, se laisser prendre à innamorarsi يقع في غرامها zamilovat (se) falde for tragarse un cuento ihastua pasti na ・・・が好きになる 반하다 verliefd worden op falle for przepaść za apaixonar-se влюбиться falla för ตกหลุมรัก cazibesine kapılmak mê mẩn 爱上
ρ μεσοπαθ ερωτεύομαι [ero'tevome] αισθάνομαι δυνατή έλξη για κπ tomber amoureux/-euse ερωτεύομαι κπ tomber amoureux de qqn Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|