| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.723.785 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εσκεμμένος |
0,01 sec. |
|
εσκεμμένος deliberate, intentional, calculated, premeditated délibéré, intentionnel مُتَعَمد úmyslný forsætlig absichtlich intencionado tahallinen promišljen intenzionale 故意の 고의적인 doelbewust bevisst rozmyślny intencional, proposital намеренный avsiktlig ซึ่งทำอย่างรอบคอบ kasıtlı cố tình 故意的 επίθ εσκεμμένος, εσκεμμένη, εσκεμμένο [esce'menos, esce'meni, esce'meno] που γίνεται επίτηδες intentionnel/-elleopportun/-une επίρρ εσκεμμένα [esce'mena] intentionnellement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|