| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.302.339 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
εστιάζω |
0,02 sec. |
|
εστιάζω focus يَترَكز zaostřit fokusere konzentrieren (sich) enfocar kohdistaa se concentrer usredsrediti se concentrarsi 焦点を合わせる 초점을 맞추다 aandacht hebben voor fokusere skupić focar фокусировать(ся) fokusera มุ่งเน้น odaklanmak chú trọng 集中 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|