| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.758.842 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
εσωστρεφής |
0,01 sec. |
|
|
εσωστρεφής introspective, introvert introspectif, introverti
επίθ α/θ / ουδ εσωστρεφής, εσωστρεφές [esostre'fis, esostre'fes] που έχει τάση στην εσωστρέφεια introverti/-ie Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|