Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.705.419 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ετησίως

0,02 sec.
ετησίως annuellement
ετησίως سنويا, كل عام
ετησίως každoročně, ročně
ετησίως årligt
ετησίως jährlich
ετησίως annually, yearly
ετησίως anualmente
ετησίως vuosittain
ετησίως godišnje, svake godine
ετησίως annualmente
ετησίως 年に一度, 年一回
ετησίως 해마다
ετησίως jaarlijks
ετησίως årlig
ετησίως corocznie, rocznie
ετησίως anualmente
ετησίως ежегодно
ετησίως årligen, varje år
ετησίως ซึ่งเกิดปีละครั้ง, ปีละครั้ง
ετησίως her yıl
ετησίως hàng năm
ετησίως 每年


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.