| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.604.885 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ετοιμάζω |
0,02 sec. |
|
ετοιμάζω prepare, ready préparer يُعِد připravit forberede vorbereiten preparar valmistella pripremiti preparare 準備する 준비하다 voorbereiden forberede przygotować preparar готовить(ся) förbereda เตรียม hazırlama chuẩn bị 准备 ρ μετβ ετοιμάζω [eti'mazo] 1 φτιάχνω fabriquerconstruire Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|