Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.604.885 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ετοιμάζω

0,02 sec.
ετοιμάζω prepare, ready préparer يُعِد připravit forberede vorbereiten preparar valmistella pripremiti preparare 準備する 준비하다 voorbereiden forberede przygotować preparar готовить(ся) förbereda เตรียม hazırlama chuẩn bị 准备
ρ μετβ ετοιμάζω [eti'mazo]
1 φτιάχνω fabriquerconstruire
ετοιμάζω φαγητό préparer à manger
ετοιμάζω το τραπέζι préparer la table
2 οργανώνω former
ετοιμάζω γιορτή préparer une fête
3 σχεδιάζω, προγραμματίζω préparer
ετοιμάζω μια έκπληξη préparer une surprise
4 προετοιμάζω préparer
ετοιμάζω τα παιδιά για το σχολείο préparer les enfants pour l'école
ρ μεσοπαθ ετοιμάζομαι [eti'mazome]
προετοιμάζομαι se préparer
Ετοιμάζομαι να βγω. Je me prépare pour sortir.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.