Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.874.992 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ευέλικτο ωράριο

0,02 sec.
ευέλικτο ωράριο ساعات عمل مرنة
ευέλικτο ωράριο flexibilní pracovní doba
ευέλικτο ωράριο flekstid
ευέλικτο ωράριο Gleitzeit
ευέλικτο ωράριο flexitime
ευέλικτο ωράριο horario flexible
ευέλικτο ωράριο liukuva työaika
ευέλικτο ωράριο horaires flexibles
ευέλικτο ωράριο prilagodljivo radno vrijeme
ευέλικτο ωράριο orario flessibile
ευέλικτο ωράριο フレックスタイム
ευέλικτο ωράριο 탄력근무제
ευέλικτο ωράριο variabele werktijden
ευέλικτο ωράριο fleksitid
ευέλικτο ωράριο ruchomy czas pracy
ευέλικτο ωράριο horário de trabalho flexível
ευέλικτο ωράριο скользящий график
ευέλικτο ωράριο flextid
ευέλικτο ωράριο เวลาที่ยืดหยุ่นได้
ευέλικτο ωράριο esnek çalışma saati
ευέλικτο ωράριο giờ làm việc linh hoạt
ευέλικτο ωράριο 弹性上班制


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.