| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.785.098 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ευαισθησία |
0,01 sec. |
|
|
ευαισθησία sensitivity, susceptibility sensibilidad Empfindlichkeit الحساسية czułość sensibilità sensibilité чувствительность gevoeligheid sensibilidade чувствителност 灵敏度 靈敏度 citlivost følsomhed רגישות 感度 känslighet
ουσ θ ευαισθησία [evesθi'sia] 1 η ικανότητα να αισθάνεται κν κτ sensibilité ένας άνθρωπος με μεγάλη ευαισθησία un homme d'une grande sensibilité έχω ευαισθησία avoir de la sensibilité 3 ικανότητα αντίδρασης σε ερέθισμα sensibilité η ευαισθησία ενός οργάνου la sensibilité d'un instrument Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|