| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.869.604 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ευαισθησία |
0,01 sec. |
|
ευαισθησία sensitivity, susceptibility ουσ θ ευαισθησία [evesθi'sia] 1 η ικανότητα να αισθάνεται κν κτ sensibilité ένας άνθρωπος με μεγάλη ευαισθησία un homme d'une grande sensibilité έχω ευαισθησία avoir de la sensibilité 3 ικανότητα αντίδρασης σε ερέθισμα sensibilité η ευαισθησία ενός οργάνου la sensibilité d'un instrument Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|