Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.376.052 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ευανάγνωστος
(προωθήθηκε από ευανάγνωστο)

0,01 sec.
ευανάγνωστος legible lisible مقروء čitelný læselig leserlich legible lukukelpoinen čitljiv leggibile 読みやすい 읽기 쉬운 leesbaar leselig czytelny legível отчетливый läslig อ่านออกได้ okunaklı dễ đọc 易读的
επίθ α / θ / ουδ ευανάγνωστος, ευανάγνωστη, ευανάγνωστο [eva'naɣnostos, eva'naɣnosti, eva'naɣnosto]
που διαβάζεται εύκολα lisible
ευανάγνωστο κείμενο un texte lisible


?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.