| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.898.798.642 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ευδιάθετος |
0,03 sec. |
|
|
ευδιάθετος jovial, cheerful مبهج veselý munter fröhlich jovial iloinen joyeux veseo allegro 陽気な 쾌활한 vrolijk munter pogodny animado радостный glad ที่ทำให้รู้สึกสดชื่น neşeli vui mừng 愉快的
επίθ α / θ / ουδ ευδιάθετος, ευδιάθετη, ευδιάθετο [ev'ðjaθetos, ev'ðjaθeti, ev'ðjaθeto] χαρούμενος joyeux/-eusegai, gaie Σηκώθηκε ευδιάθετος σήμερα. Il s'est levé de bonne humeur aujourd'hui Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|