| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.048.185 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ευεργέτης |
0,02 sec. |
|
ευεργέτης bienfaiteur benefactor ουσ α / θ ευεργέτης, ευεργέτρια [ever'ʝetis, ever'ʝetria] που προσφέρει χρήματα για κπ σκοπό bienfaiteur; bienfaitrice; donateur; donatrice Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|