| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.692.864 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ευθύνομαι |
0,02 sec. |
|
ευθύνομαι ρ μεσοπαθ ευθύνομαι [e'fθinome] 1 είμαι υπεύθυνος για κτ être responsable de qqch §§§§ Ευθύνομαι για τη μόρφωσή σου. Je suis responsable de ton éducation. 2 φταίω για κτ être responsable Είναι υπεύθυνος για το έγκλημα. Il est responsable du crime. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|