| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.862.313 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ευθύς |
0,03 sec. |
|
ευθύς straight, bluff, forthright, straightforward صريح, مستقيم přímočarý, rovný lige, ligefrem aufrichtig, gerade franco, recto rehellinen, suora droit, simple izravan, ravan dritto, schietto まっすぐな, 率直な 똑바른, 정직한 oprecht, recht åpenhjertig, rett prostolinijny, prosty directo, direto, recto, reto прямой rak, rättfram ตรงไปตรงมา, ที่ตรงไป açık sözlü, doğru thẳng, thẳng thắn 直截了当的, 直的 επίθ α / θ / ουδ ευθύς, ευθεία, ευθύ [e'fθis, e'fθia, e'fθi] 1 που δεν είναι καμπύλος droit, droite ευθεία γραμμή une ligne droite επίρρ ευθεία ίσια directementtout droit Πάμε όλο ευθεία. Nous allons tout droit. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|