| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.457.831 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ευκαιρία |
0,01 sec. |
|
ευκαιρία opportunity, chance, bargain okazo occasion, bonne affaire, chance صفقة, فرصة příležitost, výhodná koupě handel, mulighed Gelegenheit, Handel ganga, oportunidad sopimus, tilaisuus pogodba, prilika affare, opportunità 売買契約, 機会 거래 계약, 기회 gelegenheid, koopje kupp, mulighet dobicie targu, możliwość oportunidade, pechincha возможность, торговая сделка fynd, möjlighet โอกาส, การต่อรอง fırsat, kelepir cơ hội, sự thoả thuận mua bán 便宜货, 机会 ουσ θ ευκαιρία [efce'ria] 1 δυνατότητα compétence; aptitude 2 αφορμή occasion με την ευκαιρία με αφορμή à l'occasion Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|