Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.898.813.721 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ευκαιρία

0,01 sec.
ευκαιρία opportunity, chance, bargain okazo occasion, bonne affaire, chance صفقة, فرصة příležitost, výhodná koupě handel, mulighed Gelegenheit, Handel ganga, oportunidad sopimus, tilaisuus pogodba, prilika affare, opportunità 売買契約, 機会 거래 계약, 기회 gelegenheid, koopje kupp, mulighet dobicie targu, możliwość oportunidade, pechincha возможность, торговая сделка fynd, möjlighet โอกาส, การต่อรอง fırsat, kelepir cơ hội, sự thoả thuận mua bán 便宜货, 机会 възможност 機會 הזדמנות
ουσ θ ευκαιρία [efce'ria]
1 δυνατότητα compétence; aptitude
βρίσκω την ευκαιρία να κάνω κτ trouver l'opportunité/l'occasion de faire qqch
δίνω μια ευκαιρία σε κπ donner une chance à qqn
2 αφορμή occasion
3 πολύ φτηνό occasionaffaire
Είναι ευκαιρία, αγόρασέ το. C'est une bonne occasion, achète-le.
με την ευκαιρία
με αφορμή à l'occasion


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.