| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.809.215 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ευκαιριακός |
0,03 sec. |
|
ευκαιριακός opportunistic επίθ α / θ / ουδ ευκαιριακός, ευκαιριακή, ευκαιριακό [efceria'kos, efceria'ci, efceria'ko] προσωρινός improvisé/-ée ευκαιριακή δουλειά un travail occasionnel Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|