| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.485.254 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ευμετάβλητος |
0,01 sec. |
|
ευμετάβλητος changeable, fickle, inconstant, variable ευμετάβλητος قابل للتغيير ευμετάβλητος variabilní ευμετάβλητος variabel ευμετάβλητος veränderlich ευμετάβλητος variable ευμετάβλητος vaihteleva ευμετάβλητος variable ευμετάβλητος varijabilan ευμετάβλητος variabile ευμετάβλητος 変わりやすい ευμετάβλητος 변하기 쉬운 ευμετάβλητος variabel ευμετάβλητος variabel ευμετάβλητος zmienny ευμετάβλητος variável ευμετάβλητος переменный ευμετάβλητος varierande ευμετάβλητος เปลี่ยนแปลงได้ตลอดเวลา ευμετάβλητος değişken ευμετάβλητος có thể thay đổi ευμετάβλητος 变化的 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|