| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.395.249 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ευνοούμενος |
0,03 sec. |
|
ευνοούμενος επίθ ευνοούμενος, ευνοούμενη, ευνοούμενο [evno'umenos, evno'umeni, evno'umenο] που ευνοείται από κτ ή κπ privilégié/-ée ευνοούμενος υπάλληλος un employé privilégié Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|